Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

Το νόημα

Α! Δίβουλοι άνθρωποι μυριάδες είναι και δειλοί,
που περιφέρονται αδρανείς στη γήινη διαδρομή!
Λες και φόβος το κάθε τους βήμα μετρά και σκεπάζει
κι αφήνουν άσκοπα τον χρόνο τους στη ζωή
να χάνεται και να λιμνάζει
σε βαλτονέρια χωρίς φωτός αναλαμπή!

Μα τί να την κάνεις μια τέτοια ζωή
σα δεν έχει φωτός φεγγοβολή,
δεν έχει μάνητα και πάθος κι ορμή;
Ω! Να εύχεται, αρματωμένη μπρατσέρα να ’ναι ο καθείς!
Ατρόμητη ν’ αρμενίζει στον ωκεανό της ζωής!
Μ’ ολάνοικτα -ψυχής και νου- πανιά
να ξανοίγεται σ’ άγνωστα πέλαγα μακρινά.
Αυτό είναι της ζήσης το νόημα κι η μεγάλη χαρά.

Σ’ αφηνιασμένο αντάριασμα, σα δοκιμάζεται σκληρά,
να μη κιοτεύει, να μη λιγοψυχά,
αλλά με λιονταριού να παλεύει καρδιά!
Ακόμα κι αν κινδυνεύει το «είναι» του μ’ αφανισμό,
σχέδιο υπομονής να βάζει μπροστά στο χαμό
και την δύναμή του ν’ αναμετρά,
αντλώντας φρόνηση απ’ το μυαλό
κι ήρεμα τις Σειρήνες και με θάρρος ν’ αψηφά!
Κι όσο κύματα λυσσασμένα συνεχώς συναντά,
να στρέφεται με σιγουριά, τον Ποσειδώνα Θεό να κοιτά.

Κι όσο κι αν σ’ του ταξιδιού του την γυροβολιά
ο καθείς αλύπητα κονταροχτυπιέται,
σαν με την αξιοσύνη του σώζεται κάθε φορά
και στης ζωής το αναμέτρημα δεν χαλιέται,
θα ’χει κάθε λόγο διπλά να ευχαριστιέται!

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009

Στο θέατρο του Κόσμου

Συγγραφέας ατάλαντος σ’ έμπνευση και γραφή
και σκηνοθέτης άχαρος κι ανίδεος εν πολλοίς, η κοινωνία.
Και στο θέατρο του Κόσμου αυτή την εποχή,
δεν πρωταγωνιστεί ο Πολιτισμός στη σκηνή,
ούτε ιδανικών στόχοι, ούτε καν η απλή λογική.
Πρωταγωνιστές εμφανίζονται πια η Οργή.
Η Εκδίκηση, το Μίσος και η Βία,
Η Δίψα αίματος κι η Πείνα για σάρκα αδελφική.

Με ρόλους πολυπρόσωπους οι νέοι ηθοποιοί
παίζουν ένα αιώνιο δράμα
με τίτλο «Ανάθεμα στη Ζωή».
Ένα δράμα για γέλιο και για κλάμα,
που μ’ άσματα και χορούς
Άρπυιες χορεύουν κι Ερινύες συνάμα,
με ρυθμούς θελκτικούς.

Κι η ανθρωπότητα; Α, η ανθρωπότητα θεατής,
τα δρώμενα παρακολουθεί επί σκηνής
μ’ αδιάφορο βλέμμα και ψυχρό.
Χωρίς ίχνος οργής,
δίχως φωνή έντονης διαμαρτυρίας
μήτε καν αποστροφής μορφασμό.
Και λες και πλέει ναρκωμένη εν πολλοίς
σε πελάγη ευδαιμονίας,
αλίμονο! Σηκώνεται ορθή
και μανιωδώς χειροκροτεί.

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008

Καλλικέλαδο ένα πουλί

Βλέπω τη ζωή π’ ακράτητη στριφογυρίζει.
Τον πύρινο ανεμοστρόβιλο κοιτώ
κι Ίμερος το πρόσωπό μου φλογίζει,
αχ, μέσα του να βρισκόμουν κι εγώ!

Στα στήθη βράζει ο πόθος και τσιτσιρίζει
κι όλο το «είναι» μου, Έρωτα για ζωή λαχταρά,
έναν Έρωτα που η λογική
μου τον αρνείται κατηγορηματικά
κι όλο μου φωνάζει: «φτάνει πια»!
Μα εγώ ακούω τη καρδιά μου π’ ακόμα σφυροκοπά
με προσδοκία για του κόσμου τα ωραία και τα καλά!

Κάτω, βρυχάται το κύμα κι αφρίζει.
Απ’ ολούθε άγρια ο βοριάς σφυρίζει.
Πέρα, η θάλασσα γαλανίζει.
Μα εγώ κοίταξα πάνω μου ψηλά
Και σαν είδα τον Ήλιο να λαμπυρίζει,
αμέτοχος στη κοσμική αναρχία,
ξεπερνώντας νωχελικούς βηματισμούς
υπερπηδώντας λογικής δισταγμούς
το πνεύμα μου έκανα παρευθύς μια σχεδία
τη θάλασσα να διαπλεύσω ζωή.

Και ταξιδεύοντας μαζί του δω κι εκεί
τη καρδιά μου έβαλα πυξίδα να μ’ οδηγεί.
Κι όπως τη θάλασσα η σκέψη μου σκίζει,
τη θάλασσα-ζωή την αγριωπή, που υπόκωφα μουγκρίζει,
την ψυχή μου όρθωσα γαλάζιο μεταξωτό πανί.
Κι εκείνο φουσκώνει, σχήματα διάφορα παίρνει,
ώσπου μικρό γίνεται καλλικέλαδο τελικά ένα πουλί.
Αψηφά του άνεμου την οργή
που απ’ όλες τις πλευρές διαρκώς το δέρνει
κι εμψυχωμένο απ’ τη μεγαλοπρέπεια τη συμπαντική
στη ζωή τραγουδά, πρίμο-σιγόντο με την ψυχή
όλα κείνα τα τραγούδια που με ψιθυριστή φωνή
λέει το στόμα του εραστή.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

Γράμματα έξη, σε μια λέξη

Δεν προσπαθώ να το κρύψω
Ούτε διστάζω να το μολογήσω
Μα ο νους χάνεται σαν συλλογισθεί
με ποιον απ’ όλους τους τρόπους να εκφρασθεί.
Μπερδεύεται η γλώσσα και λόγο δεν μπορώ ν’ αρθρώσω.
Τρέμει το χέρι σαν γράφει για αισθήματα στο χαρτί.
Όμως θέλω το κλειδί να φανερώσω
πως ανοίγει της καρδιάς η πόρτα η κλειστή.

Γράμματα έξη,
απ’ το αλφάβητο διαλέγω το Ελληνικό.
Με ευλάβεια τα ζευγαρώνω σε μια λέξη
κι ευθύς ζωογόνος γραφή γεννιέται
κι από μέσα της λόγος μυριόκαλος ξεπετιέται:
Σ’ - Α – Γ- Α- Π- Ω!

Ω! απλά γράμματα έξη, ζευγαρωμένα σε μια λέξη,
μ’ οποιοδήποτε καιρό, χιονίσει, βρέξει,
τί γραφή ακατάλυτη εγκυμονούν με νόημα υπερβατικό!
Και σαν ο λόγος απ’ το «είναι» της καρδιάς αναβλύζει
αστείρευτη πηγή φωτός στη ζωή ξεχειλίζει
και τον ίδιο τον θάνατο εξορίζει στο κενό!

Το «πλοίο» της ζωής σου

Το «πλοίο» της ζωής σου
στη ρότα του σαν συναντά
οργισμένη θάλασσα που σαν Χάρυβδη βροντά
και σαν Σκύλα αφηνιασμένη αλυχτά
κι ο αγέρας, συνεπίκουρος από κοντά,
το γέρνει δεξιά, το γέρνει ζερβά
κι όρη πανύψηλα τα κύματα μπροστά ορθώνει,
πύργους ακλόνητους πίσω τα ψηλώνει
και θαρρείς πώς καταφθάνει πια η ώρα του χαμού,

όσο μέσα του καπετάνιο ετοιμοπόλεμο έχει το νου,
να παλεύει και ν’ αψηφά
τα κύματα που πάνω του χιμούν θεριά
κι αντρειωμένη την ψυχή σου
το τιμόνι να κρατά γερά,
ακόμη κι αν το πνίγουν τα νερά,
δεν βυθίζεται
κι ο κόσμος του είναι σου,
σώνεται και δεν πνίγεται.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2008

Το τραγούδι της σιωπής

Το τραγούδι της σιωπής

1
Να τραγουδήσω ήθελα στη Μεγάλη χορωδία της Ζωής.
Και δεδομένης στιγμής
στο πάλκο σαν ανέβηκα πανευτυχής,
όμοια ηλιόχαρο καλοκαίρι,
στο στήθος έβαλα το χέρι
κι ενώπιον της κριτικής επιτροπής,
χείμαρρος ξεχείλισε απ’ το στόμα, της καρδιάς η φωνή!

Του κόσμου τους ήλιους και πανσελήνους ανυμνούσα!
Για τις χαρές και την ομορφιά στη ζωή τραγουδούσα!
Αυγινά γλυκοχαράματα και χρυσαφένια δειλινά εξυμνούσα!
Μα ως φαίνεται παράφωνη ακουγόμουνα και τόσο πολύ,
που στον ήχο της φωνής μου τ’ αυτιά τους βούλωναν οι κριτικοί,
ειρωνικά οι θεατές γελούσανε οι πιο πολλοί
κι ο διευθύνων μαέστρος μ’ απέβαλε απ’ το χώρο της σκηνής.
2
Ράπισμα δυνατό η διαγραφή μου
απ’ τα γίγνεσθαι στη χορωδία της Ζωής.
Λύγισα, μα το κεφάλι δεν έχωσα στην άμμο της γης.
Πείσμωσα, φωτιά πήραν οι συλλογισμοί μου
κι ανασηκώνοντας το κορμί μου,
είπα σε κριτικούς και θεατές παρευθύς:
Η φωνή της καρδιάς έχει τόσο απαλή χροιά
που σαν τραγουδάει, εξευγενισμένες ψυχές αγγίζει μοναχά.
3
Κι ύστερα, με σκέψεις που ’ρχονταν στο μυαλό
με ζαρκαδιού πηδήματα,
πήρα τους δρόμους της γης
με της καρδιάς καθοδηγούμενη τα δυνατά χτυπήματα,
τον μύθο μου να πλάσω στο ξεδίπλωμα της διαδρομής.

Κι αφότου έγινα με τον καιρό του Ήλιου ζηλωτής.
μες απ’ το «είναι» της Παγκόσμιας Ψυχής
άντλησα τις ανείπωτες του κόσμου νότες μουσικής.
Και ζυγιάζοντας τα «κατά και τα υπέρ» της ζωής,
ένα τραγούδι συνέθεσα, το δικό μου τραγούδι της σιωπής.

Και μ’ ήχο πλάγιο, ψιθυριστό,
μοναχικός τραγουδιστής,
πότε με κλάμα για το παρελθόν,
πότε με γέλιο για το παρόν
κι άλλοτε για το μέλλον μ’ ένα χαμόγελο αχνό,
τον Θεό που πιστεύω,
τον δικό μου Θεό που όλες τις φωνές ακούει, εξυμνώ
και για τη Ζωή που λατρεύω,
έστω και παράφωνα, το τραγούδι της σιωπής
αρχίζω να τραγουδώ.

Από την ποιητική συλλογή μου "Τραγούδια της σιωπής"

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2008

Μες απ’ τη μάσκα του «καθωσπρεπισμού»
Φίλε περαστικέ, μη με κοιτάς αφ’ αψηλού
και μ’ έπαρση μου μιλάς ειδικού
περί παντός επιστητού!
Τα δικά μου λόγια είναι φτωχά,
λόγια κοφτά,
μα ψυχής φανερώνουν μυστικά.

Λάθος με μετράει,
όποιος έξω απ’ την καρδιά του μ’ αφήνει.
Μα κείνος που μ’ εκτιμάει και μ’ αγαπάει,
φτερουγίζει μαζί μου μ’ εμπιστοσύνη
και ψηλά, στ’ άπλωμα τ’ ουρανού πετάει.
Τα φτερά του είμαι εγώ κι η δική μου γαλήνη.