Βλέπω τη ζωή π’ ακράτητη στριφογυρίζει.
Τον πύρινο ανεμοστρόβιλο κοιτώ
κι Ίμερος το πρόσωπό μου φλογίζει,
αχ, μέσα του να βρισκόμουν κι εγώ!
Στα στήθη βράζει ο πόθος και τσιτσιρίζει
κι όλο το «είναι» μου, Έρωτα για ζωή λαχταρά,
έναν Έρωτα που η λογική
μου τον αρνείται κατηγορηματικά
κι όλο μου φωνάζει: «φτάνει πια»!
Μα εγώ ακούω τη καρδιά μου π’ ακόμα σφυροκοπά
με προσδοκία για του κόσμου τα ωραία και τα καλά!
Κάτω, βρυχάται το κύμα κι αφρίζει.
Απ’ ολούθε άγρια ο βοριάς σφυρίζει.
Πέρα, η θάλασσα γαλανίζει.
Μα εγώ κοίταξα πάνω μου ψηλά
Και σαν είδα τον Ήλιο να λαμπυρίζει,
αμέτοχος στη κοσμική αναρχία,
ξεπερνώντας νωχελικούς βηματισμούς
υπερπηδώντας λογικής δισταγμούς
το πνεύμα μου έκανα παρευθύς μια σχεδία
τη θάλασσα να διαπλεύσω ζωή.
Και ταξιδεύοντας μαζί του δω κι εκεί
τη καρδιά μου έβαλα πυξίδα να μ’ οδηγεί.
Κι όπως τη θάλασσα η σκέψη μου σκίζει,
τη θάλασσα-ζωή την αγριωπή, που υπόκωφα μουγκρίζει,
την ψυχή μου όρθωσα γαλάζιο μεταξωτό πανί.
Κι εκείνο φουσκώνει, σχήματα διάφορα παίρνει,
ώσπου μικρό γίνεται καλλικέλαδο τελικά ένα πουλί.
Αψηφά του άνεμου την οργή
που απ’ όλες τις πλευρές διαρκώς το δέρνει
κι εμψυχωμένο απ’ τη μεγαλοπρέπεια τη συμπαντική
στη ζωή τραγουδά, πρίμο-σιγόντο με την ψυχή
όλα κείνα τα τραγούδια που με ψιθυριστή φωνή
λέει το στόμα του εραστή.
Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008
Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008
Γράμματα έξη, σε μια λέξη
Δεν προσπαθώ να το κρύψω
Ούτε διστάζω να το μολογήσω
Μα ο νους χάνεται σαν συλλογισθεί
με ποιον απ’ όλους τους τρόπους να εκφρασθεί.
Μπερδεύεται η γλώσσα και λόγο δεν μπορώ ν’ αρθρώσω.
Τρέμει το χέρι σαν γράφει για αισθήματα στο χαρτί.
Όμως θέλω το κλειδί να φανερώσω
πως ανοίγει της καρδιάς η πόρτα η κλειστή.
Γράμματα έξη,
απ’ το αλφάβητο διαλέγω το Ελληνικό.
Με ευλάβεια τα ζευγαρώνω σε μια λέξη
κι ευθύς ζωογόνος γραφή γεννιέται
κι από μέσα της λόγος μυριόκαλος ξεπετιέται:
Σ’ - Α – Γ- Α- Π- Ω!
Ω! απλά γράμματα έξη, ζευγαρωμένα σε μια λέξη,
μ’ οποιοδήποτε καιρό, χιονίσει, βρέξει,
τί γραφή ακατάλυτη εγκυμονούν με νόημα υπερβατικό!
Και σαν ο λόγος απ’ το «είναι» της καρδιάς αναβλύζει
αστείρευτη πηγή φωτός στη ζωή ξεχειλίζει
και τον ίδιο τον θάνατο εξορίζει στο κενό!
Ούτε διστάζω να το μολογήσω
Μα ο νους χάνεται σαν συλλογισθεί
με ποιον απ’ όλους τους τρόπους να εκφρασθεί.
Μπερδεύεται η γλώσσα και λόγο δεν μπορώ ν’ αρθρώσω.
Τρέμει το χέρι σαν γράφει για αισθήματα στο χαρτί.
Όμως θέλω το κλειδί να φανερώσω
πως ανοίγει της καρδιάς η πόρτα η κλειστή.
Γράμματα έξη,
απ’ το αλφάβητο διαλέγω το Ελληνικό.
Με ευλάβεια τα ζευγαρώνω σε μια λέξη
κι ευθύς ζωογόνος γραφή γεννιέται
κι από μέσα της λόγος μυριόκαλος ξεπετιέται:
Σ’ - Α – Γ- Α- Π- Ω!
Ω! απλά γράμματα έξη, ζευγαρωμένα σε μια λέξη,
μ’ οποιοδήποτε καιρό, χιονίσει, βρέξει,
τί γραφή ακατάλυτη εγκυμονούν με νόημα υπερβατικό!
Και σαν ο λόγος απ’ το «είναι» της καρδιάς αναβλύζει
αστείρευτη πηγή φωτός στη ζωή ξεχειλίζει
και τον ίδιο τον θάνατο εξορίζει στο κενό!
Το «πλοίο» της ζωής σου
Το «πλοίο» της ζωής σου
στη ρότα του σαν συναντά
οργισμένη θάλασσα που σαν Χάρυβδη βροντά
και σαν Σκύλα αφηνιασμένη αλυχτά
κι ο αγέρας, συνεπίκουρος από κοντά,
το γέρνει δεξιά, το γέρνει ζερβά
κι όρη πανύψηλα τα κύματα μπροστά ορθώνει,
πύργους ακλόνητους πίσω τα ψηλώνει
και θαρρείς πώς καταφθάνει πια η ώρα του χαμού,
όσο μέσα του καπετάνιο ετοιμοπόλεμο έχει το νου,
να παλεύει και ν’ αψηφά
τα κύματα που πάνω του χιμούν θεριά
κι αντρειωμένη την ψυχή σου
το τιμόνι να κρατά γερά,
ακόμη κι αν το πνίγουν τα νερά,
δεν βυθίζεται
κι ο κόσμος του είναι σου,
σώνεται και δεν πνίγεται.
στη ρότα του σαν συναντά
οργισμένη θάλασσα που σαν Χάρυβδη βροντά
και σαν Σκύλα αφηνιασμένη αλυχτά
κι ο αγέρας, συνεπίκουρος από κοντά,
το γέρνει δεξιά, το γέρνει ζερβά
κι όρη πανύψηλα τα κύματα μπροστά ορθώνει,
πύργους ακλόνητους πίσω τα ψηλώνει
και θαρρείς πώς καταφθάνει πια η ώρα του χαμού,
όσο μέσα του καπετάνιο ετοιμοπόλεμο έχει το νου,
να παλεύει και ν’ αψηφά
τα κύματα που πάνω του χιμούν θεριά
κι αντρειωμένη την ψυχή σου
το τιμόνι να κρατά γερά,
ακόμη κι αν το πνίγουν τα νερά,
δεν βυθίζεται
κι ο κόσμος του είναι σου,
σώνεται και δεν πνίγεται.
Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2008
Το τραγούδι της σιωπής
Το τραγούδι της σιωπής
1
Να τραγουδήσω ήθελα στη Μεγάλη χορωδία της Ζωής.
Και δεδομένης στιγμής
στο πάλκο σαν ανέβηκα πανευτυχής,
όμοια ηλιόχαρο καλοκαίρι,
στο στήθος έβαλα το χέρι
κι ενώπιον της κριτικής επιτροπής,
χείμαρρος ξεχείλισε απ’ το στόμα, της καρδιάς η φωνή!
Του κόσμου τους ήλιους και πανσελήνους ανυμνούσα!
Για τις χαρές και την ομορφιά στη ζωή τραγουδούσα!
Αυγινά γλυκοχαράματα και χρυσαφένια δειλινά εξυμνούσα!
Μα ως φαίνεται παράφωνη ακουγόμουνα και τόσο πολύ,
που στον ήχο της φωνής μου τ’ αυτιά τους βούλωναν οι κριτικοί,
ειρωνικά οι θεατές γελούσανε οι πιο πολλοί
κι ο διευθύνων μαέστρος μ’ απέβαλε απ’ το χώρο της σκηνής.
2
Ράπισμα δυνατό η διαγραφή μου
απ’ τα γίγνεσθαι στη χορωδία της Ζωής.
Λύγισα, μα το κεφάλι δεν έχωσα στην άμμο της γης.
Πείσμωσα, φωτιά πήραν οι συλλογισμοί μου
κι ανασηκώνοντας το κορμί μου,
είπα σε κριτικούς και θεατές παρευθύς:
Η φωνή της καρδιάς έχει τόσο απαλή χροιά
που σαν τραγουδάει, εξευγενισμένες ψυχές αγγίζει μοναχά.
3
Κι ύστερα, με σκέψεις που ’ρχονταν στο μυαλό
με ζαρκαδιού πηδήματα,
πήρα τους δρόμους της γης
με της καρδιάς καθοδηγούμενη τα δυνατά χτυπήματα,
τον μύθο μου να πλάσω στο ξεδίπλωμα της διαδρομής.
Κι αφότου έγινα με τον καιρό του Ήλιου ζηλωτής.
μες απ’ το «είναι» της Παγκόσμιας Ψυχής
άντλησα τις ανείπωτες του κόσμου νότες μουσικής.
Και ζυγιάζοντας τα «κατά και τα υπέρ» της ζωής,
ένα τραγούδι συνέθεσα, το δικό μου τραγούδι της σιωπής.
Και μ’ ήχο πλάγιο, ψιθυριστό,
μοναχικός τραγουδιστής,
πότε με κλάμα για το παρελθόν,
πότε με γέλιο για το παρόν
κι άλλοτε για το μέλλον μ’ ένα χαμόγελο αχνό,
τον Θεό που πιστεύω,
τον δικό μου Θεό που όλες τις φωνές ακούει, εξυμνώ
και για τη Ζωή που λατρεύω,
έστω και παράφωνα, το τραγούδι της σιωπής
αρχίζω να τραγουδώ.
Από την ποιητική συλλογή μου "Τραγούδια της σιωπής"
1
Να τραγουδήσω ήθελα στη Μεγάλη χορωδία της Ζωής.
Και δεδομένης στιγμής
στο πάλκο σαν ανέβηκα πανευτυχής,
όμοια ηλιόχαρο καλοκαίρι,
στο στήθος έβαλα το χέρι
κι ενώπιον της κριτικής επιτροπής,
χείμαρρος ξεχείλισε απ’ το στόμα, της καρδιάς η φωνή!
Του κόσμου τους ήλιους και πανσελήνους ανυμνούσα!
Για τις χαρές και την ομορφιά στη ζωή τραγουδούσα!
Αυγινά γλυκοχαράματα και χρυσαφένια δειλινά εξυμνούσα!
Μα ως φαίνεται παράφωνη ακουγόμουνα και τόσο πολύ,
που στον ήχο της φωνής μου τ’ αυτιά τους βούλωναν οι κριτικοί,
ειρωνικά οι θεατές γελούσανε οι πιο πολλοί
κι ο διευθύνων μαέστρος μ’ απέβαλε απ’ το χώρο της σκηνής.
2
Ράπισμα δυνατό η διαγραφή μου
απ’ τα γίγνεσθαι στη χορωδία της Ζωής.
Λύγισα, μα το κεφάλι δεν έχωσα στην άμμο της γης.
Πείσμωσα, φωτιά πήραν οι συλλογισμοί μου
κι ανασηκώνοντας το κορμί μου,
είπα σε κριτικούς και θεατές παρευθύς:
Η φωνή της καρδιάς έχει τόσο απαλή χροιά
που σαν τραγουδάει, εξευγενισμένες ψυχές αγγίζει μοναχά.
3
Κι ύστερα, με σκέψεις που ’ρχονταν στο μυαλό
με ζαρκαδιού πηδήματα,
πήρα τους δρόμους της γης
με της καρδιάς καθοδηγούμενη τα δυνατά χτυπήματα,
τον μύθο μου να πλάσω στο ξεδίπλωμα της διαδρομής.
Κι αφότου έγινα με τον καιρό του Ήλιου ζηλωτής.
μες απ’ το «είναι» της Παγκόσμιας Ψυχής
άντλησα τις ανείπωτες του κόσμου νότες μουσικής.
Και ζυγιάζοντας τα «κατά και τα υπέρ» της ζωής,
ένα τραγούδι συνέθεσα, το δικό μου τραγούδι της σιωπής.
Και μ’ ήχο πλάγιο, ψιθυριστό,
μοναχικός τραγουδιστής,
πότε με κλάμα για το παρελθόν,
πότε με γέλιο για το παρόν
κι άλλοτε για το μέλλον μ’ ένα χαμόγελο αχνό,
τον Θεό που πιστεύω,
τον δικό μου Θεό που όλες τις φωνές ακούει, εξυμνώ
και για τη Ζωή που λατρεύω,
έστω και παράφωνα, το τραγούδι της σιωπής
αρχίζω να τραγουδώ.
Από την ποιητική συλλογή μου "Τραγούδια της σιωπής"
Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2008
Μες απ’ τη μάσκα του «καθωσπρεπισμού»
Φίλε περαστικέ, μη με κοιτάς αφ’ αψηλού
και μ’ έπαρση μου μιλάς ειδικού
περί παντός επιστητού!
Τα δικά μου λόγια είναι φτωχά,
λόγια κοφτά,
μα ψυχής φανερώνουν μυστικά.
Λάθος με μετράει,
όποιος έξω απ’ την καρδιά του μ’ αφήνει.
Μα κείνος που μ’ εκτιμάει και μ’ αγαπάει,
φτερουγίζει μαζί μου μ’ εμπιστοσύνη
και ψηλά, στ’ άπλωμα τ’ ουρανού πετάει.
Τα φτερά του είμαι εγώ κι η δική μου γαλήνη.
Φίλε περαστικέ, μη με κοιτάς αφ’ αψηλού
και μ’ έπαρση μου μιλάς ειδικού
περί παντός επιστητού!
Τα δικά μου λόγια είναι φτωχά,
λόγια κοφτά,
μα ψυχής φανερώνουν μυστικά.
Λάθος με μετράει,
όποιος έξω απ’ την καρδιά του μ’ αφήνει.
Μα κείνος που μ’ εκτιμάει και μ’ αγαπάει,
φτερουγίζει μαζί μου μ’ εμπιστοσύνη
και ψηλά, στ’ άπλωμα τ’ ουρανού πετάει.
Τα φτερά του είμαι εγώ κι η δική μου γαλήνη.
Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008
Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008
Το μεγάλο φαγοπότι
Πόθησα, ευάερο κι ευήλιο ένα «σπίτι» να οικοδομήσω.
Και σ’ αυτό δια βίου με την αγάπη συντροφιά να κατοικήσω.
Κι έχτισα λοιπόν μικρό ένα σπίτι στου «ήλιου» τη κοιλάδα,
τ’ όνομά της Ελλάδα,
μ’ όλα τα παραθύρια του ανοικτά
να χορταίνει το βλέμμα της φύσης την ομορφιά.
Κι ένα κήπο έφτιαξα γύρω να τον τρέφει φως και λιακάδα.
Καρποφόρα φύτεψα δέντρα και πολύχρωμα φυτά,
κληματαριά κι αγιόκλημα, γιασεμί περικοκλάδα
κι αντάμα κόκκινη αναρριχώμενη μια τριανταφυλλιά.
Τέλος, σαν όλα ήταν έτοιμα κι ήταν όλα μια ζωγραφιά,
πρόσκληση έστειλα, να ’λθουν συγγενείς και φίλοι αδελφικοί,
ακόμη και σ’ εκείνους που δεν ήταν πια και τόσο φιλικοί,
να κοπιάσουν όλοι για της χαράς που ετοίμαζα τη γιορτή.
Μεγάλο τραπέζι έστρωσα στη δροσερή αυλή,
κορφολογώντας απ’ όλα τ’ αγαθά που δίνει η μάνα γη,
φρούτα ζουμερά και φρέσκα λαχανικά,
ψωμί ζυμωτό κι άφθονο σπιτικό κρασί.
Φόρεμα της Άνοιξης δανείστηκα κι έντυσα το κορμί
κι άνοιξα τη πόρτα περιμένοντας να εισέλθει η ζωή.
Στο κατώφλι πρωτο-καλωσόρισα τ’ ουρανού τα πουλιά,
π’ άρχισαν να στήνουν φωλιές στα καταπράσινα κλαδιά,
τιτιβίζοντας του έρωτά τους τη μουσική!
Και στις φλέβες μου, φλέβες ενός μικρού ποιητή,
Ελπίδας έρρεε, γλυκό παλιό κρασί
πως σα καταφθάσουν οι καλεσμένοι,
φίλοι θα γίνουν ξανά όσοι παρέμεναν κακιωμένοι.
Κι όλη μέρα τον κόσμο περίμενα χαμογελαστή.
Κι ήλθε το δείλι, ήλθε η νύχτα με φεγγαριού φεγγοβολή,
ήλθε το ξημέρωμα και της άλλης αυγής,
πήγε μεσημέρι, μα εκτός από έντομα, τρωκτικά και πουλιά,
δεν φάνηκε άλλος κανείς!
Κι άρχισα φαγοπότι τότε μ’ εκείνα μαζί
και μ’ όσα κοντά μου ζύγωσαν αδέσποτα ζωντανά
κι ένοιωσα πολύ ευτυχής
μια και χόρτασαν αυτά που είχαν ανάγκη τροφής.
Κι όπως άλλα φτερούγιζαν κι άλλα κάθονταν επί της κεφαλής
τιτιβίζοντας νότες ευχαριστήριας μουσικής,
κι άλλα γύρω μου σχημάτιζαν κύκλο ανοικτό,
τότε, αδέσποτα, πετούμενα τ’ ουρανού κι εγώ,
αυθόρμητα ξεσηκωθήκαμε και στήσαμε χορό,
κάτω απ’ τον ήλιο το φλογερό,
έναν απερίγραπτο ξέφρενο ζωής χορό!
Πόθησα, ευάερο κι ευήλιο ένα «σπίτι» να οικοδομήσω.
Και σ’ αυτό δια βίου με την αγάπη συντροφιά να κατοικήσω.
Κι έχτισα λοιπόν μικρό ένα σπίτι στου «ήλιου» τη κοιλάδα,
τ’ όνομά της Ελλάδα,
μ’ όλα τα παραθύρια του ανοικτά
να χορταίνει το βλέμμα της φύσης την ομορφιά.
Κι ένα κήπο έφτιαξα γύρω να τον τρέφει φως και λιακάδα.
Καρποφόρα φύτεψα δέντρα και πολύχρωμα φυτά,
κληματαριά κι αγιόκλημα, γιασεμί περικοκλάδα
κι αντάμα κόκκινη αναρριχώμενη μια τριανταφυλλιά.
Τέλος, σαν όλα ήταν έτοιμα κι ήταν όλα μια ζωγραφιά,
πρόσκληση έστειλα, να ’λθουν συγγενείς και φίλοι αδελφικοί,
ακόμη και σ’ εκείνους που δεν ήταν πια και τόσο φιλικοί,
να κοπιάσουν όλοι για της χαράς που ετοίμαζα τη γιορτή.
Μεγάλο τραπέζι έστρωσα στη δροσερή αυλή,
κορφολογώντας απ’ όλα τ’ αγαθά που δίνει η μάνα γη,
φρούτα ζουμερά και φρέσκα λαχανικά,
ψωμί ζυμωτό κι άφθονο σπιτικό κρασί.
Φόρεμα της Άνοιξης δανείστηκα κι έντυσα το κορμί
κι άνοιξα τη πόρτα περιμένοντας να εισέλθει η ζωή.
Στο κατώφλι πρωτο-καλωσόρισα τ’ ουρανού τα πουλιά,
π’ άρχισαν να στήνουν φωλιές στα καταπράσινα κλαδιά,
τιτιβίζοντας του έρωτά τους τη μουσική!
Και στις φλέβες μου, φλέβες ενός μικρού ποιητή,
Ελπίδας έρρεε, γλυκό παλιό κρασί
πως σα καταφθάσουν οι καλεσμένοι,
φίλοι θα γίνουν ξανά όσοι παρέμεναν κακιωμένοι.
Κι όλη μέρα τον κόσμο περίμενα χαμογελαστή.
Κι ήλθε το δείλι, ήλθε η νύχτα με φεγγαριού φεγγοβολή,
ήλθε το ξημέρωμα και της άλλης αυγής,
πήγε μεσημέρι, μα εκτός από έντομα, τρωκτικά και πουλιά,
δεν φάνηκε άλλος κανείς!
Κι άρχισα φαγοπότι τότε μ’ εκείνα μαζί
και μ’ όσα κοντά μου ζύγωσαν αδέσποτα ζωντανά
κι ένοιωσα πολύ ευτυχής
μια και χόρτασαν αυτά που είχαν ανάγκη τροφής.
Κι όπως άλλα φτερούγιζαν κι άλλα κάθονταν επί της κεφαλής
τιτιβίζοντας νότες ευχαριστήριας μουσικής,
κι άλλα γύρω μου σχημάτιζαν κύκλο ανοικτό,
τότε, αδέσποτα, πετούμενα τ’ ουρανού κι εγώ,
αυθόρμητα ξεσηκωθήκαμε και στήσαμε χορό,
κάτω απ’ τον ήλιο το φλογερό,
έναν απερίγραπτο ξέφρενο ζωής χορό!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
