Το τραγούδι της σιωπής
1
Να τραγουδήσω ήθελα στη Μεγάλη χορωδία της Ζωής.
Και δεδομένης στιγμής
στο πάλκο σαν ανέβηκα πανευτυχής,
όμοια ηλιόχαρο καλοκαίρι,
στο στήθος έβαλα το χέρι
κι ενώπιον της κριτικής επιτροπής,
χείμαρρος ξεχείλισε απ’ το στόμα, της καρδιάς η φωνή!
Του κόσμου τους ήλιους και πανσελήνους ανυμνούσα!
Για τις χαρές και την ομορφιά στη ζωή τραγουδούσα!
Αυγινά γλυκοχαράματα και χρυσαφένια δειλινά εξυμνούσα!
Μα ως φαίνεται παράφωνη ακουγόμουνα και τόσο πολύ,
που στον ήχο της φωνής μου τ’ αυτιά τους βούλωναν οι κριτικοί,
ειρωνικά οι θεατές γελούσανε οι πιο πολλοί
κι ο διευθύνων μαέστρος μ’ απέβαλε απ’ το χώρο της σκηνής.
2
Ράπισμα δυνατό η διαγραφή μου
απ’ τα γίγνεσθαι στη χορωδία της Ζωής.
Λύγισα, μα το κεφάλι δεν έχωσα στην άμμο της γης.
Πείσμωσα, φωτιά πήραν οι συλλογισμοί μου
κι ανασηκώνοντας το κορμί μου,
είπα σε κριτικούς και θεατές παρευθύς:
Η φωνή της καρδιάς έχει τόσο απαλή χροιά
που σαν τραγουδάει, εξευγενισμένες ψυχές αγγίζει μοναχά.
3
Κι ύστερα, με σκέψεις που ’ρχονταν στο μυαλό
με ζαρκαδιού πηδήματα,
πήρα τους δρόμους της γης
με της καρδιάς καθοδηγούμενη τα δυνατά χτυπήματα,
τον μύθο μου να πλάσω στο ξεδίπλωμα της διαδρομής.
Κι αφότου έγινα με τον καιρό του Ήλιου ζηλωτής.
μες απ’ το «είναι» της Παγκόσμιας Ψυχής
άντλησα τις ανείπωτες του κόσμου νότες μουσικής.
Και ζυγιάζοντας τα «κατά και τα υπέρ» της ζωής,
ένα τραγούδι συνέθεσα, το δικό μου τραγούδι της σιωπής.
Και μ’ ήχο πλάγιο, ψιθυριστό,
μοναχικός τραγουδιστής,
πότε με κλάμα για το παρελθόν,
πότε με γέλιο για το παρόν
κι άλλοτε για το μέλλον μ’ ένα χαμόγελο αχνό,
τον Θεό που πιστεύω,
τον δικό μου Θεό που όλες τις φωνές ακούει, εξυμνώ
και για τη Ζωή που λατρεύω,
έστω και παράφωνα, το τραγούδι της σιωπής
αρχίζω να τραγουδώ.
Από την ποιητική συλλογή μου "Τραγούδια της σιωπής"
Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2008
Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2008
Μες απ’ τη μάσκα του «καθωσπρεπισμού»
Φίλε περαστικέ, μη με κοιτάς αφ’ αψηλού
και μ’ έπαρση μου μιλάς ειδικού
περί παντός επιστητού!
Τα δικά μου λόγια είναι φτωχά,
λόγια κοφτά,
μα ψυχής φανερώνουν μυστικά.
Λάθος με μετράει,
όποιος έξω απ’ την καρδιά του μ’ αφήνει.
Μα κείνος που μ’ εκτιμάει και μ’ αγαπάει,
φτερουγίζει μαζί μου μ’ εμπιστοσύνη
και ψηλά, στ’ άπλωμα τ’ ουρανού πετάει.
Τα φτερά του είμαι εγώ κι η δική μου γαλήνη.
Φίλε περαστικέ, μη με κοιτάς αφ’ αψηλού
και μ’ έπαρση μου μιλάς ειδικού
περί παντός επιστητού!
Τα δικά μου λόγια είναι φτωχά,
λόγια κοφτά,
μα ψυχής φανερώνουν μυστικά.
Λάθος με μετράει,
όποιος έξω απ’ την καρδιά του μ’ αφήνει.
Μα κείνος που μ’ εκτιμάει και μ’ αγαπάει,
φτερουγίζει μαζί μου μ’ εμπιστοσύνη
και ψηλά, στ’ άπλωμα τ’ ουρανού πετάει.
Τα φτερά του είμαι εγώ κι η δική μου γαλήνη.
Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008
Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008
Το μεγάλο φαγοπότι
Πόθησα, ευάερο κι ευήλιο ένα «σπίτι» να οικοδομήσω.
Και σ’ αυτό δια βίου με την αγάπη συντροφιά να κατοικήσω.
Κι έχτισα λοιπόν μικρό ένα σπίτι στου «ήλιου» τη κοιλάδα,
τ’ όνομά της Ελλάδα,
μ’ όλα τα παραθύρια του ανοικτά
να χορταίνει το βλέμμα της φύσης την ομορφιά.
Κι ένα κήπο έφτιαξα γύρω να τον τρέφει φως και λιακάδα.
Καρποφόρα φύτεψα δέντρα και πολύχρωμα φυτά,
κληματαριά κι αγιόκλημα, γιασεμί περικοκλάδα
κι αντάμα κόκκινη αναρριχώμενη μια τριανταφυλλιά.
Τέλος, σαν όλα ήταν έτοιμα κι ήταν όλα μια ζωγραφιά,
πρόσκληση έστειλα, να ’λθουν συγγενείς και φίλοι αδελφικοί,
ακόμη και σ’ εκείνους που δεν ήταν πια και τόσο φιλικοί,
να κοπιάσουν όλοι για της χαράς που ετοίμαζα τη γιορτή.
Μεγάλο τραπέζι έστρωσα στη δροσερή αυλή,
κορφολογώντας απ’ όλα τ’ αγαθά που δίνει η μάνα γη,
φρούτα ζουμερά και φρέσκα λαχανικά,
ψωμί ζυμωτό κι άφθονο σπιτικό κρασί.
Φόρεμα της Άνοιξης δανείστηκα κι έντυσα το κορμί
κι άνοιξα τη πόρτα περιμένοντας να εισέλθει η ζωή.
Στο κατώφλι πρωτο-καλωσόρισα τ’ ουρανού τα πουλιά,
π’ άρχισαν να στήνουν φωλιές στα καταπράσινα κλαδιά,
τιτιβίζοντας του έρωτά τους τη μουσική!
Και στις φλέβες μου, φλέβες ενός μικρού ποιητή,
Ελπίδας έρρεε, γλυκό παλιό κρασί
πως σα καταφθάσουν οι καλεσμένοι,
φίλοι θα γίνουν ξανά όσοι παρέμεναν κακιωμένοι.
Κι όλη μέρα τον κόσμο περίμενα χαμογελαστή.
Κι ήλθε το δείλι, ήλθε η νύχτα με φεγγαριού φεγγοβολή,
ήλθε το ξημέρωμα και της άλλης αυγής,
πήγε μεσημέρι, μα εκτός από έντομα, τρωκτικά και πουλιά,
δεν φάνηκε άλλος κανείς!
Κι άρχισα φαγοπότι τότε μ’ εκείνα μαζί
και μ’ όσα κοντά μου ζύγωσαν αδέσποτα ζωντανά
κι ένοιωσα πολύ ευτυχής
μια και χόρτασαν αυτά που είχαν ανάγκη τροφής.
Κι όπως άλλα φτερούγιζαν κι άλλα κάθονταν επί της κεφαλής
τιτιβίζοντας νότες ευχαριστήριας μουσικής,
κι άλλα γύρω μου σχημάτιζαν κύκλο ανοικτό,
τότε, αδέσποτα, πετούμενα τ’ ουρανού κι εγώ,
αυθόρμητα ξεσηκωθήκαμε και στήσαμε χορό,
κάτω απ’ τον ήλιο το φλογερό,
έναν απερίγραπτο ξέφρενο ζωής χορό!
Πόθησα, ευάερο κι ευήλιο ένα «σπίτι» να οικοδομήσω.
Και σ’ αυτό δια βίου με την αγάπη συντροφιά να κατοικήσω.
Κι έχτισα λοιπόν μικρό ένα σπίτι στου «ήλιου» τη κοιλάδα,
τ’ όνομά της Ελλάδα,
μ’ όλα τα παραθύρια του ανοικτά
να χορταίνει το βλέμμα της φύσης την ομορφιά.
Κι ένα κήπο έφτιαξα γύρω να τον τρέφει φως και λιακάδα.
Καρποφόρα φύτεψα δέντρα και πολύχρωμα φυτά,
κληματαριά κι αγιόκλημα, γιασεμί περικοκλάδα
κι αντάμα κόκκινη αναρριχώμενη μια τριανταφυλλιά.
Τέλος, σαν όλα ήταν έτοιμα κι ήταν όλα μια ζωγραφιά,
πρόσκληση έστειλα, να ’λθουν συγγενείς και φίλοι αδελφικοί,
ακόμη και σ’ εκείνους που δεν ήταν πια και τόσο φιλικοί,
να κοπιάσουν όλοι για της χαράς που ετοίμαζα τη γιορτή.
Μεγάλο τραπέζι έστρωσα στη δροσερή αυλή,
κορφολογώντας απ’ όλα τ’ αγαθά που δίνει η μάνα γη,
φρούτα ζουμερά και φρέσκα λαχανικά,
ψωμί ζυμωτό κι άφθονο σπιτικό κρασί.
Φόρεμα της Άνοιξης δανείστηκα κι έντυσα το κορμί
κι άνοιξα τη πόρτα περιμένοντας να εισέλθει η ζωή.
Στο κατώφλι πρωτο-καλωσόρισα τ’ ουρανού τα πουλιά,
π’ άρχισαν να στήνουν φωλιές στα καταπράσινα κλαδιά,
τιτιβίζοντας του έρωτά τους τη μουσική!
Και στις φλέβες μου, φλέβες ενός μικρού ποιητή,
Ελπίδας έρρεε, γλυκό παλιό κρασί
πως σα καταφθάσουν οι καλεσμένοι,
φίλοι θα γίνουν ξανά όσοι παρέμεναν κακιωμένοι.
Κι όλη μέρα τον κόσμο περίμενα χαμογελαστή.
Κι ήλθε το δείλι, ήλθε η νύχτα με φεγγαριού φεγγοβολή,
ήλθε το ξημέρωμα και της άλλης αυγής,
πήγε μεσημέρι, μα εκτός από έντομα, τρωκτικά και πουλιά,
δεν φάνηκε άλλος κανείς!
Κι άρχισα φαγοπότι τότε μ’ εκείνα μαζί
και μ’ όσα κοντά μου ζύγωσαν αδέσποτα ζωντανά
κι ένοιωσα πολύ ευτυχής
μια και χόρτασαν αυτά που είχαν ανάγκη τροφής.
Κι όπως άλλα φτερούγιζαν κι άλλα κάθονταν επί της κεφαλής
τιτιβίζοντας νότες ευχαριστήριας μουσικής,
κι άλλα γύρω μου σχημάτιζαν κύκλο ανοικτό,
τότε, αδέσποτα, πετούμενα τ’ ουρανού κι εγώ,
αυθόρμητα ξεσηκωθήκαμε και στήσαμε χορό,
κάτω απ’ τον ήλιο το φλογερό,
έναν απερίγραπτο ξέφρενο ζωής χορό!
Μιαν απορία θα την πω
Μη με πείτε επαναστάτρια,
ούτε πολιτική ακτιβίστρια.
Μια γυναίκα είμαι απλή,
καθημερινή,
που ζει σε μια χώρα μικρή,
υψωμένη ανάμεσα σε βουνών κορφές
κι απλώνεται σε γαλάζιες θάλασσες δαντελωτές.
Πείτε με όμως μια γυναίκα ζωής ποιήτρια,
από ράτσα μαχητική,
μ’ ανεξάντλητο απόθεμα στην υπομονή,
που οδυνηρούς συλλογισμούς απ’ τις εμπειρίες στη ζωή
τους κάνει τραγούδι αντιπολεμικό
διαλέγοντας λέξεις που μήνυμα έχουν πνευματικό και πολιτικό
γιατί πάνω απ’ όλα επιθυμεί
και μ’ έργα το προσπαθεί,
στη συμβίωση των ανθρώπων
αγάπη κι ειρήνη να επικρατεί.
Μα την κρυφή μου απορία πρέπει να την πω.
«Για τις αμαρτίες του κόσμου ο Χριστός πέθανε στο σταυρό,
αλλά δεν ξέρω αν πέθανε και για αυτές των γυναικών».
ούτε πολιτική ακτιβίστρια.
Μια γυναίκα είμαι απλή,
καθημερινή,
που ζει σε μια χώρα μικρή,
υψωμένη ανάμεσα σε βουνών κορφές
κι απλώνεται σε γαλάζιες θάλασσες δαντελωτές.
Πείτε με όμως μια γυναίκα ζωής ποιήτρια,
από ράτσα μαχητική,
μ’ ανεξάντλητο απόθεμα στην υπομονή,
που οδυνηρούς συλλογισμούς απ’ τις εμπειρίες στη ζωή
τους κάνει τραγούδι αντιπολεμικό
διαλέγοντας λέξεις που μήνυμα έχουν πνευματικό και πολιτικό
γιατί πάνω απ’ όλα επιθυμεί
και μ’ έργα το προσπαθεί,
στη συμβίωση των ανθρώπων
αγάπη κι ειρήνη να επικρατεί.
Μα την κρυφή μου απορία πρέπει να την πω.
«Για τις αμαρτίες του κόσμου ο Χριστός πέθανε στο σταυρό,
αλλά δεν ξέρω αν πέθανε και για αυτές των γυναικών».
Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008
Δεν φελάνε μονάχα οι ευχές
Δεν φελάνε μονάχα οι ευχές
Γ΄ βραβείο Ποίησης από τον Ε Σ Π Α Ι Ρ Ο, Σερρών
1
Καθαγιασμένου τόπου κι ένδοξης φυλής βλαστάρι
- με «γαλανό τ’ όνειρο» σ’ άσπρο άλογο καβαλάρη-
Γαλουχήθηκα
με τη γλώσσα την αρχαία και νέα Ελληνική.
Διδάχτηκα
των προγόνων τις αρετές και φιλοσοφία.
Ενστερνίστηκα
λεπτομέρειες πολλών παραμέτρων απ’ τη θρησκεία.
Καθοδηγήθηκα
με φως ψυχής, υδρόμελι ανεξάντλητης πηγής
το «αγαπάτε αλλήλους» εχθρούς και φίλους.
Περιπλανήθηκα
με τα βιβλία στο μύθο και την ιστορία.
Και παιδιόθεν μπουρλότο
πυρπόλησε τα σπλάχνα μου η φιλοπατρία
που άσβηστη φλόγα ιερή,
αναστάσιμο καίει μέσα μου κερί.
Κι όταν συνέκρινα
αλήθειες ζωής που γνώριζα στην πορεία,
οραματίστηκα
ένδοξες ημέρες τωρινές για το τόπο που γεννήθηκα,
σ’ ώρα που στην άγια του κληρονομιά με δέος ορκίστηκα.
Και μπορεί να πάρει κάποιος τη ζωή μου
μα όχι και τα οράματα της ψυχής μου,
που τα υφαίνω με τ’ ουρανού το φως το γαλανό.
Στο στέμμα της Γης να ’μπει ξανά η φυλή μου
ένα κι αυτή διαμάντι λαμπερό,
όπως ήταν μια φορά κι ένα καιρό!
Με τούτη πορεύομαι την κρυφή μου ελπίδα.
Είθε να ζήσω τόσο, ν’ αξιωθώ να το δω
και να πεθάνω περήφανη Ελληνίδα!
2
Μα δεν φελάνε μονάχα οι όποιες προσευχές,
ούτε τα μεγάλα λόγια κι οι από καρδιάς ευχές
τα όνειρα και τα οράματα να πάρουν σχήματα και μορφές
κι η φυλή μας επάξια να συγχρονισθεί με τις νέες εποχές
κι ισότιμη να συμβαδίσει με τις άλλες στη γη φυλές!
Και πώς να τα βάλω με το χρόνο που δεν αλλάζει μόνο τις εποχές;
Έχει μεταλλάξει και των ανθρώπων τις καρδιές
κι άδειασε το νου τους από στηρίγματα σ’ αιώνιες αρετές.
Της ζωής τους ο τρόπος ο ρηχός με καταθλίβει!
Ποικιλότροπα η καθημερινότητά τους με συντρίβει.
Και το είναι μου «στα δρώμενά» τους με πόνο σκύβει.
3
Ω! δεν θα βάλω κλάψες και σκουξιές,
που «κοιμήθηκαν» για τα καλά οι άνθρωποι με τις «σκιές».
Πολύστροφος και πολυμήχανος υπήρξε πάντοτε ο νους,
κι άξιος είναι παραθύρι ν’ ανοίξει και στις μέρες τις σημερινές,
ν’ αγναντέψει τη ζωή, Ήλιος να καταυγάσει ξανά τις ψυχές.
Για να πετάξει όμως Ίκαρος ξανά στους ουρανούς,
στη γοητεία του θαύματος αυτού για να παραδοθεί,
με «τ’ αντίθετα δαιμόνια» που τόσο συχνά τον ποδηγετούν
και σ’ ορίζοντες τον καθηλώνει κλειστούς,
πρέπει να ’βρει τρόπο μαζί τους οριστικά να φιλιωθεί!...
4
Με νάματα σοφίας ξανά το νηστικό του πνεύμα να τραφεί!
Να ντυθεί με το φως απ’ των αρετών του την πηγή,
που άφησαν πλούσια κληρονομιά οι πρόγονοί.
Όταν εκείνοι ένωναν τα χέρια και γίνονταν πιο δυνατοί,
γιατί όχι κι εμείς να μη κάνουμε το ίδιο, οι σημερινοί;
Φωτεινοί οι δρόμοι κι η πρόκληση δυνατή.
Όμως για να στηθούν ξανά στη νέα διαδρομή
σημαίες και λάβαρα στις ψηλές κορυφές,
ελπίδες να ξαναγεννηθούν μέσα μας ζωηρές
κι οράματα φωτεινά στις νέες γενιές,
σώφρονες ηγέτες χρειάζονται και δυναμικοί!
Με ιστορική νοημοσύνη,
μπροστά εκείνοι
και σύσσωμος ο λαός μαζί,
του Αριστείδη τ’ αχνάρια ν’ ακολουθήσουμε,
του Σόλωνα, του Λυκούργου, του Αλέξανδρου, του Περικλή!
5
Δύσκολος πάντα ο ανήφορος κι απ’ την Πύλη τη στενή
περνούνε μονάχα οι λίγοι κι εκλεκτοί.
Χρέος να προχωρήσουμε σ’ αυτή τη διαδρομή.
Δρασκελώντας σταθερά τις «κακοτοπιές» της εποχής,
και στηριζόμενοι στα πόδια μας γερά πάνω στη γη,
απ’ την πτώση μας και πάλι ν’ ανυψωθούμε, σαν φυλή!
Στην ανέμη της ιστορίας, ω! ας μη χάνουμε στιγμή,
νέος «μύθος» λαμπρός ν’ αρχίσει να πλέκεται απ’ την αρχή!
Γ΄ βραβείο Ποίησης από τον Ε Σ Π Α Ι Ρ Ο, Σερρών
1
Καθαγιασμένου τόπου κι ένδοξης φυλής βλαστάρι
- με «γαλανό τ’ όνειρο» σ’ άσπρο άλογο καβαλάρη-
Γαλουχήθηκα
με τη γλώσσα την αρχαία και νέα Ελληνική.
Διδάχτηκα
των προγόνων τις αρετές και φιλοσοφία.
Ενστερνίστηκα
λεπτομέρειες πολλών παραμέτρων απ’ τη θρησκεία.
Καθοδηγήθηκα
με φως ψυχής, υδρόμελι ανεξάντλητης πηγής
το «αγαπάτε αλλήλους» εχθρούς και φίλους.
Περιπλανήθηκα
με τα βιβλία στο μύθο και την ιστορία.
Και παιδιόθεν μπουρλότο
πυρπόλησε τα σπλάχνα μου η φιλοπατρία
που άσβηστη φλόγα ιερή,
αναστάσιμο καίει μέσα μου κερί.
Κι όταν συνέκρινα
αλήθειες ζωής που γνώριζα στην πορεία,
οραματίστηκα
ένδοξες ημέρες τωρινές για το τόπο που γεννήθηκα,
σ’ ώρα που στην άγια του κληρονομιά με δέος ορκίστηκα.
Και μπορεί να πάρει κάποιος τη ζωή μου
μα όχι και τα οράματα της ψυχής μου,
που τα υφαίνω με τ’ ουρανού το φως το γαλανό.
Στο στέμμα της Γης να ’μπει ξανά η φυλή μου
ένα κι αυτή διαμάντι λαμπερό,
όπως ήταν μια φορά κι ένα καιρό!
Με τούτη πορεύομαι την κρυφή μου ελπίδα.
Είθε να ζήσω τόσο, ν’ αξιωθώ να το δω
και να πεθάνω περήφανη Ελληνίδα!
2
Μα δεν φελάνε μονάχα οι όποιες προσευχές,
ούτε τα μεγάλα λόγια κι οι από καρδιάς ευχές
τα όνειρα και τα οράματα να πάρουν σχήματα και μορφές
κι η φυλή μας επάξια να συγχρονισθεί με τις νέες εποχές
κι ισότιμη να συμβαδίσει με τις άλλες στη γη φυλές!
Και πώς να τα βάλω με το χρόνο που δεν αλλάζει μόνο τις εποχές;
Έχει μεταλλάξει και των ανθρώπων τις καρδιές
κι άδειασε το νου τους από στηρίγματα σ’ αιώνιες αρετές.
Της ζωής τους ο τρόπος ο ρηχός με καταθλίβει!
Ποικιλότροπα η καθημερινότητά τους με συντρίβει.
Και το είναι μου «στα δρώμενά» τους με πόνο σκύβει.
3
Ω! δεν θα βάλω κλάψες και σκουξιές,
που «κοιμήθηκαν» για τα καλά οι άνθρωποι με τις «σκιές».
Πολύστροφος και πολυμήχανος υπήρξε πάντοτε ο νους,
κι άξιος είναι παραθύρι ν’ ανοίξει και στις μέρες τις σημερινές,
ν’ αγναντέψει τη ζωή, Ήλιος να καταυγάσει ξανά τις ψυχές.
Για να πετάξει όμως Ίκαρος ξανά στους ουρανούς,
στη γοητεία του θαύματος αυτού για να παραδοθεί,
με «τ’ αντίθετα δαιμόνια» που τόσο συχνά τον ποδηγετούν
και σ’ ορίζοντες τον καθηλώνει κλειστούς,
πρέπει να ’βρει τρόπο μαζί τους οριστικά να φιλιωθεί!...
4
Με νάματα σοφίας ξανά το νηστικό του πνεύμα να τραφεί!
Να ντυθεί με το φως απ’ των αρετών του την πηγή,
που άφησαν πλούσια κληρονομιά οι πρόγονοί.
Όταν εκείνοι ένωναν τα χέρια και γίνονταν πιο δυνατοί,
γιατί όχι κι εμείς να μη κάνουμε το ίδιο, οι σημερινοί;
Φωτεινοί οι δρόμοι κι η πρόκληση δυνατή.
Όμως για να στηθούν ξανά στη νέα διαδρομή
σημαίες και λάβαρα στις ψηλές κορυφές,
ελπίδες να ξαναγεννηθούν μέσα μας ζωηρές
κι οράματα φωτεινά στις νέες γενιές,
σώφρονες ηγέτες χρειάζονται και δυναμικοί!
Με ιστορική νοημοσύνη,
μπροστά εκείνοι
και σύσσωμος ο λαός μαζί,
του Αριστείδη τ’ αχνάρια ν’ ακολουθήσουμε,
του Σόλωνα, του Λυκούργου, του Αλέξανδρου, του Περικλή!
5
Δύσκολος πάντα ο ανήφορος κι απ’ την Πύλη τη στενή
περνούνε μονάχα οι λίγοι κι εκλεκτοί.
Χρέος να προχωρήσουμε σ’ αυτή τη διαδρομή.
Δρασκελώντας σταθερά τις «κακοτοπιές» της εποχής,
και στηριζόμενοι στα πόδια μας γερά πάνω στη γη,
απ’ την πτώση μας και πάλι ν’ ανυψωθούμε, σαν φυλή!
Στην ανέμη της ιστορίας, ω! ας μη χάνουμε στιγμή,
νέος «μύθος» λαμπρός ν’ αρχίσει να πλέκεται απ’ την αρχή!
Τετάρτη 21 Μαΐου 2008
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
